|
Οι
βιασμοί εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα στη Λαϊκή Δημοκρατία του
Κονγκό. Η σεξουαλική βία χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως «όπλο» πολέμου κατά
τη διάρκεια των συγκρούσεων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (από το
1998 ως το 2003) και εξακολουθεί να είναι άμεσα συνδεδεμένη με την
ανασφάλεια και την αστάθεια στην περιοχή.
Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα στις περιοχές ανατολικά της χώρας, όπου η
ειρήνη δεν έχει ακόμα αποκατασταθεί. Ωστόσο, ακόμα και στις περιοχές
που έχει επέλθει σταθερότητα, όπως για παράδειγμα στο Κισανγκάνι,
εξακολουθούν να αναφέρονται βιασμοί. Αποτελεί μέρος ενός κλίματος
αστικής βίας που συνδέεται άμεσα με την αβέβαιη μεταπολεμική κατάσταση.
Οι ΓΧΣ παρέχουν ιατρική βοήθεια και ψυχολογική υποστήριξη στα
θύματα.
Τα
τελευταία δύο χρόνια, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό οδεύει προς την
εγκαθίδρυση της ειρήνης μετά από έναν πενταετή πόλεμο που οδήγησε στην
καταστροφή τη μεγάλη αυτή χώρα της περιοχής των Μεγάλων Λιμνών. Η
κατάσταση τώρα έχει σταθεροποιηθεί στις περισσότερες περιοχές της
χώρας, συμπεριλαμβανομένου και του Κισανγκάνι, του διοικητικού κέντρου
της επαρχίας Οριεντάλ και μίας από τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας.
Ωστόσο, οι χρόνιες συγκρούσεις έβαλαν φρένο στις οικονομικές
δραστηριότητες, δυσχέραναν τις μετακινήσεις, λόγω της κακής κατάστασης
των δρόμων, και κατέστησαν αδύνατη την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για
ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού με χαμηλά εισοδήματα. Η σεξουαλική
βία εξακολουθεί να αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα στην περιοχή, η οποία
τα τελευταία χρόνια ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από το στρατό.
Μέσα
σε αυτό το περιβάλλον, ο πληθυσμός και ιδιαίτερα οι γυναίκες, είναι
πολύ ευάλωτος. Πολλές είναι οι γυναίκες που φροντίζουν μόνες τους τις
οικογένειές τους. Σαν αποτέλεσμα, είναι πιο επιρρεπείς στο να
καταφύγουν στην πορνεία ή να πέσουν θύματα βίας καθώς προσπαθούν να
βγάλουν τα προς το ζην. Επίσης, τα παιδιά τους διατρέχουν τον κίνδυνο
να βιαστούν όταν οι γυναίκες λείπουν από το σπίτι. Αυτοί οι παράγοντες,
σε συνδυασμό με το γενικότερο κλίμα ατιμωρησίας των υπαίτιων της βίας,
συμβάλλουν στην κοινωνική αστάθεια.
Όπως
φαίνεται σήμερα, οι πράξεις σεξουαλικής βίας παίρνουν τη μορφή βίας
μέσα στο σπίτι που έχει σα στόχο να καταπατήσει τη σεξουαλική
ακεραιότητα. Ο εξαναγκασμός στην πορνεία, η σεξουαλική
εκμετάλλευση, ο γάμος και οι σεξουαλικές σχέσεις που επιτυγχάνονται με
τη χρήση βίας, η έκτρωση και η άρνηση στην πρόσβαση στην αντισύλληψη
και στα προφυλακτικά αποτελούν κάποιες από τις πράξεις σεξουαλικής βίας
που διαπράττονται από τους συντρόφους ή και τους συγγενείς των
θυμάτων. Οι κόρες, οι μητέρες, οι γιαγιάδες, τα άτομα με αναπηρίες αλλά
ακόμα και οι άντρες αποτελούν πιθανά θύματα.
Κατάλληλη φροντίδα
Πολλά
προγράμματα των ΓΧΣ προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της
σεξουαλικής βίας που συναντάται σε καταστάσεις συγκρούσεων. Σε αυτές
τις περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στην περιοχή του Ιτούρι, στα
ανατολικά της χώρας, η κατάσταση συνεχώς επισκιάζεται από την αστάθεια
και την ανασφάλεια.
Το πρόγραμμα στο Κισανγκάνι πραγματοποιείται
σε ένα περιβάλλον, που μπορεί να θεωρηθεί μεταπολεμικό, ακόμα και αν η
ανάπτυξη στην περιοχή είναι ευάλωτη. Οι ΓΧΣ παρέχουν ιατρική περίθαλψη
και συμβουλευτική στους κατοίκους της περιοχής εδώ και αρκετά χρόνια.
Σχεδόν
τρία χρόνια μετά τον πόλεμο, τα περιστατικά βιασμών είναι ιδιαίτερα
διαδεδομένα στο Κισανγκάνι. Οι ένοχοι δεν έφυγαν ποτέ από την πόλη και
δε δείχνουν να έχουν τύψεις για τα εγκλήματα που διέπραξαν. Καθώς η
πόλη του Κισανγκάνι οδεύει προς μία μεταπολεμική κατάσταση, η αλλαγή
αυτή έχει σημαντικές επιπτώσεις στον τρόπο που βοηθούνται τα θύματα της
σεξουαλικής βίας.
Το
2003, οι ομάδες των ΓΧΣ ξεκίνησαν ένα πρόγραμμα για την υποστήριξη των
θυμάτων σεξουαλικής βίας και την πρόληψη των σεξουαλικά μεταδιδόμενων
λοιμώξεων. Η κλινική των ΓΧΣ έχει εύστοχα ονομαστεί Καρίμπου, που
στα σουαχίλι σημαίνει «καλωσήρθατε». Μπαίνοντας μέσα στο χώρο, τα
λουλούδια και μια μυρωδιά λεμονιού αρωματίζουν την αίθουσα. Η γαλήνια
ατμόσφαιρα προσφέρει ηρεμία στους συνήθως αγχωμένους και
προβληματισμένους ασθενείς, άντρες και γυναίκες, που έρχονται στην
κλινική ζητώντας ιατρική βοήθεια. Από τότε που ξεκίνησε τη λειτουργία της η κλινική, περίπου 40 ασθενείς έρχονται κάθε μέρα για θεραπεία κατά των σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων και ο αριθμός αυτός συνεχώς αυξάνεται.
«Επικεντρώνουμε
το ενδιαφέρον μας κυρίως στην πρόληψη των σεξουαλικά μεταδιδόμενων
λοιμώξεων, που συμβάλλει στην ελαχιστοποίηση των πιθανοτήτων να
προσβληθεί κάποιος από τον ιό του AIDS», εξηγεί ο Ελς Βαν Ντέσσελ, ο
Βέλγος γιατρός που συντονίζει το πρόγραμμα. «Ένας ντόπιος γιατρός και
τρεις νοσοκόμες παρέχουν την απαραίτητη περίθαλψη μετά την κλινική
εξέταση των συμπτωμάτων. Σε περίπτωση βιασμού, η ιατρική εξέταση είναι
απαραίτητη όσο το δυνατόν πιο σύντομα, όμως πολλοί ασθενείς που
έχουν πέσει θύματα βιασμού αφήνουν να περάσει καιρός μέχρι να ζητήσουν
θεραπεία για σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις, καθώς ο βιασμός
αποτελεί ακόμα ταμπού».
Ένα
αντιρετροϊκό χάπι προφύλαξης πρέπει να ληφθεί μέσα σε 72 ώρες από το
βιασμό για να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο μόλυνσης από τον ιό του AIDS.
Η πιθανότητα μόλυνσης αυξάνεται εξαιτίας των πληγών και της αιμορραγίας
που προκαλούνται από τη βίαιη σεξουαλική πράξη. Τα θύματα πρέπει επίσης
να πάρουν το «χάπι της επόμενης μέρας» όσο πιο σύντομα γίνεται για να
αποφύγουν μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, καθώς επίσης να εμβολιαστούν και
να λάβουν αντιβιοτικά για την πιθανότητα μόλυνσης από κάποια σεξουαλικά
μεταδιδόμενη λοίμωξη.
Αναμφίβολα αυτά τα σωματικά τραύματα συνοδεύονται και από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα:
αίσθημα ντροπής, απώλεια όρεξης, αυτοκτονικές τάσεις, κατάθλιψη,
αϋπνίες, φόβο, πονοκεφάλους και πόνους στο στομάχι. Οι ψυχολόγοι
παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια περίθαλψης αυτών των
γυναικών και παιδιών, ακόμα και ανδρών και αγοριών που πέφτουν θύματα
σεξουαλικής βίας.
«Ήθελα να αυτοκτονήσω...»
Η
Κ. είναι ένα από τα θύματα. Αυτή η μητέρα τεσσάρων παιδιών βιάστηκε τον
Αύγουστο του 2004, καθώς επέστρεφε σπίτι της από τη δουλειά. «Ήταν σκοτεινά. Εκείνη
τη μέρα είχε διακοπή ρεύματος», είπε η Κ. «Έξι ένστολοι άντρες μου
είπαν να κατέβω από το τολέκα (ποδήλατο-ταξί) και να τους ακολουθήσω.
Όταν φτάσαμε στη γειτονιά μου ένας στρατιώτης με έριξε κάτω με τη
βοήθεια ενός άλλου άντρα. Άρχισα να φωνάζω. Άρχισαν να μου σκίζουν τα ρούχα. Ένας στρατιώτης με χτύπησε με το όπλο του. Έχασα τις αισθήσεις μου. Ό,τι επακολούθησε το έμαθα αργότερα από άλλους ανθρώπους».
Η Κ. ήρθε μετά από περίπου 24 ώρες στο νοσοκομείο. Οι περαστικοί είχαν καλύψει το γυμνό κορμί της νεαρής γυναίκας με ένα σεντόνι. Πίστευαν ότι ήταν νεκρή.
Ειδοποίησαν τις τοπικές αρχές τις πρώτες πρωινές ώρες και η Κ.
μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και μετά στο Κέντρο Υγείας των ΓΧΣ όπου και
την περιέθαλψαν.
Σχεδόν 12 μήνες μετά το
βιασμό, η Κ. είναι ακόμα σε κατάσταση απελπισίας. Η νεαρή γυναίκα
επισκέπτεται έναν ψυχολόγο στο ψυχοκοινωνικό Συμβουλευτικό Κέντρο που
συνεργάζεται με τους ΓΧΣ. «Η ζωή έχει γίνει πολύ δύσκολη», λέει η Κ. «Ο
πρώην σύντροφός μου φρόντιζε τα παιδιά μου, αλλά αφότου χωρίσαμε έπρεπε
να τα φροντίζω μόνη μου. Ευτυχώς, η οικογένειά μου και ο ψυχολόγος με
βοηθούν. Ήθελα να αυτοκτονήσω αλλά με υποστήριξαν. Η μεγαλύτερη
ανησυχία μου τώρα είναι μήπως δεν μπορέσω ποτέ να βρω σύζυγο. Έπεσα
θύμα βιασμού, οπότε κανένας άντρας δε θα με θέλει πια».
Το
βάρος που κουβαλούν τα θύματα γίνεται συνήθως μεγαλύτερο εξαιτίας των
διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού. Κάποιες φορές τις
απορρίπτουν και οι ίδιοι οι σύντροφοι ή οι σύζυγοί τους. Σε κοινωνίες όπου η οικογένεια αποτελεί το κέντρο της κοινότητας, ο εξοστρακισμός είναι συνώνυμος με τη φτώχια.
Υπάρχουν
πολλά και περίπλοκα τραύματα που προκύπτουν από τη σεξουαλική
κακοποίηση, ειδικότερα όταν πρόκειται για θύματα παιδιά. Τέτοια
περιστατικά όμως είναι πολύ συνηθισμένα. Οι περισσότεροι από τους
μισούς ασθενείς που περιθάλπονται στην κλινική Καρίμπου για σεξουαλική
κακοποίηση είναι ηλικίας κάτω των 15 ετών.«Τα περιστατικά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε περιλαμβάνουν παιδιά ηλικίας 4 ή 5 χρονών»,
λέει η Μαρί-Χοσέ Νγκόϊε, ψυχολόγος στο ψυχοκοινωνικό Συμβουλευτικό
Κέντρο. «Οι άνθρωποι που είναι ένοχοι για βιασμό όλο και πιο συχνά
δικάζονται και φυλακίζονται, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είναι παιδιά,
όμως η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική για όσους είναι μέλη των
ενόπλων δυνάμεων ή της αστυνομίας. Οι οικογένειες δεν τολμούν να
ζητήσουν αποζημίωση, γιατί φοβούνται μην υπάρξουν αντίποινα».
Ο «βιασμός» δεν υπάρχει
Η
παροχή υποστήριξης σε θύματα σεξουαλικής βίας αποτελεί ένα πολύπλοκο
και ευαίσθητο έργο. Απαιτεί μία ειδική επικοινωνιακή προσέγγιση. Η
καταπολέμηση του στίγματος ή του κοινωνικού αποκλεισμού είναι συχνά το
ίδιο δύσκολη με την εξεύρεση της καλύτερης μεθόδου για τη μεγιστοποίηση
των δραστηριοτήτων ενημέρωσης, εκπαίδευσης και επικοινωνίας,
διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι στοχευόμενες ομάδες έχουν πρόσβαση στην
κατάλληλη περίθαλψη. Η πρόκληση έγκειται στην προσπάθεια να
εξασφαλίσεις ότι θα υπάρχει εμπιστευτικότητα, προκειμένου να αποφύγεις
οποιοδήποτε επιπλέον κοινωνικό στιγματισμό.
Επομένως,
το θέμα της σεξουαλικής βίας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με βάση τα
κοινωνικά και πολιτιστικά κριτήρια που είναι ανεξάρτητα από την
κατάσταση του πολέμου. Αυτό συμβαίνει ειδικά στο Κισανγκάνι, όπου η λέξη «βιασμός» δεν υπάρχει στη τοπική διάλεκτο.
Μάλιστα είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι γυναίκες που έχουν ήδη αποκτήσει
παιδιά ή έχουν φτάσει κάποια συγκεκριμένη ηλικία, δεν μπορούν εξ
ορισμού να είναι θύματα βιασμού, ειδικότερα όταν ο βιαστής είναι ο
σύντροφος ή ο σύζυγός τους. Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν ότι αν
βιάσει κάποιος ένα κορίτσι που δεν έχει μπει ακόμα στην εφηβική ηλικία,
θα του φέρει τύχη αν ψάχνει για διαμάντια και
χρυσό.
Η
ενημέρωση του κόσμου γι' αυτό το θέμα αποτελεί ένα πολύ δύσκολο έργο.
Στο Κισανγκάνι υπάρχει μια ομάδα από έξι εργαζόμενους εκπαίδευσης που
ταξιδεύουν κάθε μέρα σε συγκεκριμένες περιοχές για να έρθουν σε επαφή
με τους ανθρώπους που κινδυνεύουν περισσότερο. Σαν αποτέλεσμα της
δουλειάς τους, ολοένα και περισσότερα θύματα αποφασίζουν να βγουν από
τη σκιά.
Ιδιαίτερα ασταθείς περιοχές όπου ο βιασμός είναι συνηθισμένος
Κατά
τη διάρκεια του πολέμου που κατέστρεψε τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
από το 1998 ως το 2003, οι δεκάδες χιλιάδες πράξεις βίας που
διαπράχθηκαν εις βάρος γυναικών και παιδιών από τις ένοπλες δυνάμεις
καταγγέλλονταν και καταγράφονταν από διάφορες οργανώσεις,
συμπεριλαμβανομένων και των ΓΧΣ.
Σε κάποιες περιοχές
εξακολουθούν να ξεσπούν σποραδικές συγκρούσεις, παρά τις ειρηνευτικές
συμφωνίες και τη διαδικασία μετάβασης που ξεκίνησε από το 2003. Σε
αρκετές περιπτώσεις, μόνο μέσα σε αυτή τη χρονιά, οι ΓΧΣ κατήγγειλαν
την ανησυχητική κατάσταση της βίας που διαπράττεται κατά των πολιτών
στην περιοχή Ιτούρι της επαρχίας Οριεντάλ. Οι ΓΧΣ μίλησαν για «εκτεταμένους βιασμούς και ακραία βία».
Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: 2.567 πολίτες έπεσαν θύματα σεξουαλικής βίας
από τον Ιούνιο του 2003 ως τον Ιανουάριο του 2005. Κατά τη διάρκεια των
τελευταίων έξι μηνών αυτής της χρονικής περιόδου, σχεδόν το 77% των θυμάτων που περιέθαλψαν οι ΓΧΣ στο νοσοκομείο της Μπούνια είχαν βιαστεί από συμμορίες
- στο 1/3 των περιστατικών ο βιασμός είχε διαπραχτεί από περισσότερους
από πέντε άντρες. Το 80% των περιστατικών βιασμού έγινε υπό την απειλή
όπλου.
Δυστυχώς, η περιοχή του Ιτούρι
είναι γνωστή για την αυξανόμενη βία. Η κατάσταση είναι ακόμα ρευστή,
παρόλο που τα ξένα στρατεύματα έχουν επαναφέρει την τάξη σε κάποιες
περιοχές. Άλλα μέρη, ειδικότερα το Βόρειο και Νότιο Κίβου και η Βόρεια
Κατάνγκα, εξακολουθούν να είναι ασταθή. Η συνεχής ανασφάλεια οδήγησε
στο μαζικό εκτοπισμό πληθυσμών.
Η πλειοψηφία αυτών των
προσφύγων και εκτοπισμένων ατόμων είναι γυναίκες και παιδιά, που είναι
ιδιαίτερα ευάλωτοι σε πράξεις βίας. Μερικές φορές πρέπει να
διαπραγματευτούν για την επιβίωσή των ίδιων και των οικογενειών τους προσφέροντας ως αντάλλαγμα την συμμετοχή τους σε σεξουαλικές πράξεις.
Συνήθως,
οι γυναίκες που ζουν στην εξορία ή σε περιοχές που έχουν πληγεί από τον
πόλεμο δεν έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, ή δεν μπορούν να
φτάσουν σε κάποιο Κέντρο Υγείας εξαιτίας της ανασφάλειας. Ακόμα και
όσες καταφέρνουν να φτάσουν σε κάποια ιατρική δομή, συνειδητοποιούν ότι
δεν υπάρχουν οι υπηρεσίες που έχουν ανάγκη.
Μπαντάκα: ηρεμία αλλά και αστάθεια
Τις
πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής, 3 Ιουλίου του 2005, η πόλη της
Μπαντάκα ξύπνησε μέσα στον τρόμο. Μία βίαιη εξέγερση ξέσπασε στην
πρωτεύουσα του Εκουατέρ, μιας επαρχίας στα δυτικά της Λαϊκής
Δημοκρατίας του Κονγκό. Η Μπαντάκα ήταν μία πόλη όπου είχε επιστρέψει η
ειρήνη όταν ξεκίνησε η μετάβαση το 2003.
Οι συγκρούσεις
ξεκίνησαν από αρκετούς στρατιώτες - περίπου 80 με 100 άντρες - που
είχαν εγκατασταθεί σε ένα προσωρινό στρατόπεδο και περίμεναν την
επανένταξή τους στον τακτικό στρατό. Αφού λεηλάτησαν μία αποθήκη όπλων,
οι ένοπλοι στασιαστές άρχισαν να επιτίθενται σε πολίτες, κατηγορώντας
τους ότι είχαν σκοτώσει ένα δικό τους στρατιώτη. Οι λεηλασίες, οι
πυροβολισμοί ανυπεράσπιστων θυμάτων καθώς και οι βιασμοί γυναικών, παιδιών και αντρών ήταν τρομαχτικοί.
Από
την πρώτη μέρα της εξέγερσης, η επείγουσα ομάδα των ΓΧΣ μετέφερε
συνεχώς τα πιο σοβαρά περιστατικά από τα προσβάσιμα Κέντρα Υγείας στο
νοσοκομείο. Η ομάδα εθελοντών των ΓΧΣ στην Μπαντάκα ασχολείται με
επείγουσες κρίσεις στην περιοχή. Κατά τη διάρκεια των 24 ωρών που
διήρκεσαν οι βίαιες συγκρούσεις που ξέσπασαν στην πόλη, 46 άνθρωποι
πυροβολήθηκαν και τραυματίστηκαν ενώ έξι από αυτούς πέθαναν.
Θλιβερό
αποτέλεσμα της βίας: τουλάχιστον 29 άνθρωποι έπεσαν θύματα βιασμού κατά
τη διάρκεια των συγκρούσεων. Τα θύματα δέχτηκαν τη φροντίδα των ΓΧΣ.
Καθώς υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός περιστατικών, οι ΓΧΣ ξεκίνησαν
άμεσα εκστρατεία ευαισθητοποίησης για να μπορέσουν να λάβουν θεραπεία
όλα τα θύματα σεξουαλικής βίας μέσα σε 72 ώρες.
«Αυτή είναι
η δυσκολία ενός αποσταθεροποιητικού γεγονότος σε μία χώρα όπου η ειρήνη
είναι ακόμα επισφαλής», δήλωσε ο Αλέν Ντρεκού, επικεφαλής της αποστολής
στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. «Σε πολλά μέρη έχει αποκατασταθεί η
ασφάλεια, όμως η κατάσταση είναι ακόμα τεταμένη και τέτοια γεγονότα
μπορεί να συμβούν οπουδήποτε και οποιαδήποτε στιγμή. Παρόλα τα
λόγια, τίποτα δεν έχει γίνει για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της
σεξουαλικής βίας. Στην πραγματικότητα, πολύ λίγα θύματα έχουν πρόσβαση
στη θεραπεία που έχουν ανάγκη. Αυτό το είδος της βίας εξακολουθεί να αποτελεί μάστιγα και απαιτεί άμεση ανταπόκριση».
Τα
πράγματα είναι ξανά ήρεμα στην Μπαντάκα, αλλά ακόμα υπάρχει ο φόβος
ενός νέου κύματος επιθέσεων. Τα τραύματα των θυμάτων θα μείνουν για
πολύ καιρό στη μνήμη των ανθρώπων. Υπάρχουν πολλά εμπόδια στη
μακρόχρονη προσπάθεια επούλωσης των πληγών.
Οι ΓΧΣ στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Παρεμβαίνοντας
στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια, οι
ΓΧΣ εργάζονται σε νοσοκομεία, παρέχοντας βασική ιατρική περίθαλψη,
τρόφιμα σε υποσιτισμένα παιδιά και θεραπεία στα θύματα του πολέμου. Οι
ομάδες των ΓΧΣ περιθάλπουν τους ασθενείς που έχουν προσβληθεί από
μολυσματικές ασθένειες, όπως η χολέρα, η μηνιγγίτιδα και η ιλαρά, που
είναι ενδημικές σε διάφορα σημεία της χώρας. Οι ΓΧΣ επίσης περιθάλπουν
θύματα σεξουαλικής βίας και λειτουργούν προγράμματα κατά του AIDS και
των σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων. Η Λαϊκή Δημοκρατία του
Κονγκό αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές αποστολές των ΓΧΣ
και παρά τις προσπάθειες, παραμένει ακόμα μια ξεχασμένη χώρα.
|