MSF Greece  
 
Αρχική Σελίδα
Οι 10 λιγότερο δημοσιοποιημένες ανθρωπιστικές κρίσεις του 2005 Εκτύπωση E-mail
05.02.06

Image

Λ. Δ. Κονγκό | Τσετσενία | Αϊτή | HIV/AIDS | Ινδία 
Νότιο Σουδάν | Σομαλία | Κολομβία | Β. Ουγκάντα | Ακτή Ελεφαντοστού

Λ. Δ. Κονγκό: οι κάτοικοι πλήττονται από τον πόλεμο και τις ασθένειες

Οι τεράστιες κακουχίες και η βία που βιώνουν εκατομμύρια κάτοικοι της Λ. Δ. του Κονγκό περνούν κυριολεκτικά απαρατήρητες από τον υπόλοιπο κόσμο. Από τα μέσα Νοεμβρίου, νέες συγκρούσεις ανάμεσα στο στρατό της Λ. Δ. Κονγκό (FARDC) και στους αντάρτες Μάι-Μάι προκάλεσαν τον εκτοπισμό δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων σε όλη την επαρχία Κατάνγκα, στο νοτιοανατολικό μέρος της Λ. Δ. Κονγκό. Στη διάρκεια ενός περιστατικού στις αρχές Δεκεμβρίου, ένοπλοι άντρες επιτέθηκαν σε έναν καταυλισμό εκτοπισμένων πληθυσμών στην Κατάνγκα, αναγκάζοντας περίπου 3.000 ανθρώπους να τραπούν για άλλη μια φορά σε φυγή προκειμένου να σωθούν.

Image
© Sven Torfinn / HH
Αυτό το ξέσπασμα της βίας είναι ένα από τα πιο πρόσφατα βίαια περιστατικά που έχουν πλήξει τους κατοίκους της Λ. Δ. Κονγκό. Περισσότερα από 10 χρόνια πολέμου και εξαθλίωσης έχουν προκαλέσει την κατάρρευση ενός ήδη αποδυναμωμένου συστήματος δημόσιας υγείας και έχουν φέρει τη δυστυχία στους κατοίκους όλης της χώρας. Κατά τη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου, οι βορειοανατολικές περιοχές του Ιτούρι, του Βόρειου και Νότιου Κίβου βρέθηκαν ξανά στο επίκεντρο των βίαιων συγκρούσεων, καθώς διάφορες ένοπλες ομάδες συγκρούονται για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της περιοχής διαπράττοντας βίαιες επιθέσεις κατά των αμάχων και ειδεχθή σεξουαλικά εγκλήματα κατά των γυναικών.

Από τον Ιανουάριο μέχρι το Μάρτιο, οι ΓΧΣ παρείχαν βοήθεια σε πολλούς από τους 80.000 πολίτες που είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους στο Ιτούρι εξαιτίας του φόβου και της ανασφάλειας. Τα επείγοντα προγράμματα ανθρωπιστικής βοήθειας στη Λ.Δ. Κονγκό αντιπροσωπεύουν σήμερα για τους ΓΧΣ τη μεγαλύτερη προσπάθεια παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας σε όλο τον κόσμο. Πρόσφατες έρευνες των ΓΧΣ έχουν αποκαλύψει πολύ υψηλά ποσοστά παιδικής θνησιμότητας σε αρκετές περιοχές - έξι φορές πάνω από το όριο επείγοντος στην πόλη του Λουμπούτου, που πλήττεται ανηλεώς από τη βία και πέντε φορές πάνω από το όριο στη σχετικά ήρεμη πόλη του Ινόνγκο. Οι έρευνες αποκάλυψαν επίσης ότι πολλοί λίγοι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και την περίθαλψη, ακόμα και σε περιοχές που δεν έχουν πληγεί από τη βία, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν έχουν τα χρήματα να πληρώσουν για την παροχή ιατρικής περίθαλψης. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε έναν ακόμα μεγαλύτερο αριθμό θανάτων από ασθένειες που μπορούν να αντιμετωπιστούν με ευκολία, όπως για παράδειγμα η ελονοσία και η χολέρα, καθώς και από άλλες ασθένειες όπως το HIV/AIDS και η φυματίωση.

Παρόλο που ο πόλεμος τελείωσε επισήμως το 2003, οι ειρηνευτικές και πολιτικές προσπάθειες δεν έχουν ακόμα επιφέρει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τους περισσότερους κατοίκους της Λ. Δ. Κονγκό. Η κατάσταση παραμένει επισφαλής σε πολλές περιοχές της χώρας και απαιτεί τη συνεχή ενδυνάμωση των προσπαθειών παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας και όχι τα μακροπρόθεσμα αναπτυξιακά προγράμματα που υποστηρίζονται από τους διεθνείς δωρητές.                          

Τσετσενία: Τεράστιες ανάγκες και ανασφάλεια για τους κατοίκους που ζουν μέσα στο φόβο

Image
© Simon C Roberts
/NB Pictures
Εγκλωβισμένοι στον ασφυκτικό κλοιό της σύγκρουσης ανάμεσα στις δυνάμεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας και των Τσετσένων αυτονομιστών, οι εξαθλιωμένοι πολίτες εξακολουθούν να υπομένουν το φορτίο αυτής της διαμάχης και ανακαλύπτουν ότι δεν μπορούν να καταφύγουν πουθενά για να είναι ασφαλείς. Οδηγούμενοι πάλι πίσω στην Τσετσενία από τους πρόχειρους καταυλισμούς της Ινγκουσετίας όπου διέμεναν, χιλιάδες απρόθυμοι κάτοικοι επέστρεψαν στα κατεστραμμένα σπίτια τους μόνο και μόνο για να βρουν ξανά όσα θέλησαν να αποφύγουν: το φόβο, τη βία και ένα ολοένα και αυξανόμενο αίσθημα απομόνωσης.

Οι επίσημες αρχές υποστηρίζουν ότι η κατάσταση στην Τσετσενία έχει «ομαλοποιηθεί», ωστόσο οι αποκαλούμενες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις για τη σύλληψη ύποπτων ανταρτών, τα ατυχήματα από νάρκες, οι εξαφανίσεις και η βία που διαπράττεται από τις ένοπλες ομάδες της περιοχής αποτελούν συνηθισμένα φαινόμενα. Με μειωμένη τη διεθνή ανθρωπιστική βοήθεια εξαιτίας της ανασφάλειας στην περιοχή, οι ΓΧΣ βρήκαν τρόπους για να υποστηρίξουν τις υποδομές υγείας, τα χειρουργικά προγράμματα και κατάφεραν να ξεκινήσουν προγράμματα βοήθειας με ντόπιο προσωπικό σε διάφορες περιοχές της Τσετσενίας. Στο Νοσοκομείο «Νούμερο Εννιά» στο Γκρόζνι, το οποίο υποστηρίζεται από τους ΓΧΣ και αποτελεί το μεγαλύτερο ιατρικό κέντρο για τραύματα, το προσωπικό περιέθαλψε τον περασμένο χρόνο εκατοντάδες τραυματίες από βίαιες επιθέσεις, ανάμεσα στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν πολλά θύματα από πυροβολισμούς και νάρκες.

Πολλοί Τσετσένοι που επέστρεψαν στα σπίτια τους, ζουν μέσα στην ανασφάλεια όντας εσωτερικά εκτοπισμένοι, καθώς έχουν καταστραφεί τα σπίτια τους και οι πόλεις τους είναι ακόμα ανασφαλείς. Οι συνθήκες διαβίωσης για τους δεκάδες χιλιάδες Τσετσένους που παραμένουν στην Ινγκουσετία είναι από δύσκολες έως αβάσταχτες, καθώς πολλοί από αυτούς διαμένουν συνωστισμένοι σε υγρά και ερειπωμένα κτίρια που επιτρέπουν τη διάδοση σοβαρών ασθενειών όπως η φυματίωση και η πνευμονία.

«Τώρα τελευταία, είναι η απόλυτη αίσθηση απόγνωσης και απελπισίας που αποδεικνύεται το πιο δύσκολο πράγμα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε», είπε μια νοσηλεύτρια των ΓΧΣ, εκτοπισμένη και αυτή από την Τσετσενία. Ενώ η ανασφάλεια εξακολουθεί να επικρατεί σε όλη την περιοχή, η διεθνής ανθρωπιστική ανταπόκριση είναι εξαιρετικά περιορισμένη και η σύγκρουση στην Τσετσενία έχει πλέον εξαφανιστεί από τη διεθνή πολιτική ατζέντα.               

Αϊτή: Ταράσσεται από κύματα βίας

Image
© MSF
Πολλοί κάτοικοι της πρωτεύουσας της Αϊτής, Πορτ-Ο-Πρενς, είναι παγιδευμένοι μέσα στην εκτεταμένη βία που έπληξε την πόλη σταδιακά, από τότε που ο Πρόεδρος Ζαν Μπερνάρ Αριστίντ αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί το Φεβρουάριο του 2004.
Πολλοί άνθρωποι δέχτηκαν πυροβολισμούς ή σκοτώθηκαν, σκόπιμα ή και κατά λάθος, από διάφορες ένοπλες δυνάμεις που συγκρούονται στις παράκτιες παραγκούπολεις, τις λεγόμενες "quartiers populaires," και η βία, πολιτική και εγκληματική, εξαπλώνεται σε όλη την πόλη.

Το 2005, οι ΓΧΣ περιέθαλψαν περισσότερους από 2.250 ανθρώπους με τραύματα προερχόμενα από βίαιες επιθέσεις σε ένα Κέντρο Υγείας που στήθηκε στην πρωτεύουσα. Από αυτούς, περισσότεροι από 1.500 είχαν τραυματιστεί από πυροβολισμούς, ενώ οι μισοί ήταν γυναίκες, παιδιά ή ηλικιωμένοι, γεγονός που αποδεικνύει ότι η βία πλήττει περισσότερο τους αμάχους.

Συγκλονισμένοι από την κατάσταση στην περιοχή που συνεχώς επιδεινώνεται, τον Ιούλιο οι ΓΧΣ ζήτησαν από όλες τις ένοπλες ομάδες να σεβαστούν το δικαίωμα των αμάχων στην ασφάλεια και να επιτρέψουν στους τραυματίες να έχουν πρόσβαση στην επείγουσα ιατρική περίθαλψη. Ωστόσο, την επόμενη μέρα, το Κέντρο Υγείας δέχτηκε 27 τραυματίες από πυροβολισμούς, από τους οποίους τα 3/4 ήταν γυναίκες και παιδιά, που είχαν τραυματιστεί κατά τη διάρκεια μιας ολοήμερης στρατιωτικής επιχείρησης που είχε εξαπολύσει η Αποστολή Σταθεροποίησης των Ηνωμένων Εθνών στην Αϊτή (MINUSTAH) στο Σιτέ Σολέιγ, το πιο βίαιο μέρος της πρωτεύουσας.

Τον Αύγουστο, οι ΓΧΣ επαναλειτούργησαν το Νοσοκομείο Τσόσκαλ και το Κέντρο Υγείας «Τσάπι» στην καρδιά της Σιτέ Σολέιγ, όπου ζουν 250.000 άνθρωποι μέσα σε συνθήκες απόλυτης φτώχιας, αποκλεισμένοι από οποιαδήποτε μορφή ιατρικής περίθαλψης. Μέσα σε μόλις 3 μήνες, οι ΓΧΣ πραγματοποίησαν σχεδόν 12.000 ιατρικές συνεδρίες και περιέθαλψαν περίπου 800 ασθενείς που είχαν ανάγκη άμεσης βοήθειας. «Οι άμαχοι σε πολλές περιοχές του Πορτ-Ο-Πρενς αγωνίζονται μόνο και μόνο για να επιβιώσουν», δήλωσε ο Άλι Μπεσνάτσι, επικεφαλής της αποστολής των ΓΧΣ στην Αϊτή. «Κάθε μέρα, σε όλη την πόλη οι κάτοικοι μάς λένε ότι ποτέ πριν δεν είχαν ζήσει τέτοια επίπεδα βίας».        

HIV/AIDS: καμία έρευνα για εργαλεία προσαρμοσμένα σε φτωχά περιβάλλοντα

Image
© Ashley Gilbertson
/Aurora

Η γενικότερη εικόνα είναι πολύ γνωστή. Πάνω από 40 εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον πλανήτη πάσχουν από HIV/AIDS και κάθε μέρα 8.000 άνθρωποι πεθαίνουν από ασθένειες που σχετίζονται με το AIDS -1.400 από αυτούς είναι παιδιά.

Ενώ η πανδημία του HIV/AIDS καλύπτεται τακτικά από τα ΜΜΕ, δεν υπάρχει ενδιαφέρον στη σχεδόν συνολική έλλειψη έρευνας για τη δημιουργία νέων εργαλείων ειδικά προσαρμοσμένων για τους ασθενείς που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση του AIDS, δηλαδή αυτούς που ζουν σε συνθήκες φτώχιας στις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή η διάγνωση του HIV στα νήπια απαιτεί τη χρήση εξαιρετικά σύγχρονων τεχνολογιών, με αποτέλεσμα να είναι λίγα τα μικρά παιδιά που μπορούν να ξεκινήσουν να λαμβάνουν τη θεραπεία που μπορεί να παρατείνει τη ζωή τους, ενώ τα μισά από αυτά πεθαίνουν πριν καν συμπληρώσουν το δεύτερο έτος της ζωής τους. Ακόμα κι αν ο ιός στα παιδιά διαγνωστεί έγκαιρα, δεν υπάρχουν παιδιατρικές εκδοχές των συνδυασμών αντιρετροϊκών φαρμάκων όπως αυτοί που χορηγούνται στους ενήλικες. Η επιβράδυνση των επιπτώσεων της πανδημίας απαιτεί επίσης την ύπαρξη σημαντικών επενδύσεων για τη δημιουργία διαγνωστικών τεστ που αναγνωρίζουν τη φυματίωση, μια ασθένεια που αποτελεί τη σημαντικότερη αιτία θανάτου ανάμεσα στους ανθρώπους που πάσχουν από HIV/AIDS.

Το υπάρχον τεστ που βασίζεται στην ανάλυση του πτυέλου, χρησιμοποιείται εδώ και 100 χρόνια και δεν καταφέρνει να ανιχνεύσει τη φυματίωση σε ασθενείς που πάσχουν και από HIV/AIDS.

Νέα εργαλεία είναι αναγκαία για να βοηθήσουν τους γιατρούς να αναγνωρίζουν πότε οι υπάρχουσες αντιρετροϊκές θεραπείες δεν είναι πλέον αποτελεσματικές, έτσι ώστε να μπορούν να χορηγηθούν στους ασθενείς πιο αποτελεσματικές θεραπείες, καθώς επίσης και οι κατάλληλοι συνδυασμοί φαρμάκων «δεύτερης γραμμής» ώστε να μην αναγκάζονται να παίρνουν μεγάλο αριθμό φαρμάκων όταν χρειαστεί να αλλάξουν τη θεραπεία τους. Χωρίς την ύπαρξη έρευνας και ανάπτυξης για νέα διαγνωστικά εργαλεία κατά του HIV/AIDS και για φάρμακα προσαρμοσμένα για ασθενείς που ζουν σε φτωχές περιοχές, η πανδημία του HIV/AIDS μπορεί να λάβει ακόμα πιο καταστροφικές διαστάσεις.      

Ινδία: Οι συγκρούσεις κοστίζουν τη ζωή σε πολλούς αμάχους

Image
© Tom Craig
Οι κάτοικοι στις επαρχίες Άσσαμ και Μανιπούρ της βορειοανατολικής Ινδίας εξακολουθούν να υποφέρουν από τα συνεχιζόμενα ξεσπάσματα πολιτικής βίας λόγω των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών και από τις διαρκείς συγκρούσεις ανάμεσα στην Ινδική κυβέρνηση και ένοπλες ομάδες.

Περισσότεροι από 90 άνθρωποι δολοφονήθηκαν στην περιοχή Κάρμπι Ανγκλόνγκ της επαρχίας Άσσαμ κατά τη διάρκεια του τελευταίου ξεσπάσματος βίας και εγκλημάτων εκδίκησης τον Οκτώβριο του 2005. Οι συγκρούσεις, που είναι συνηθισμένο φαινόμενο στη βορειοανατολική περιοχή της Ινδίας, ανάγκασαν περίπου 40.000 κατοίκους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στο Κάρμπι Ανγκλόνγκ και στη γειτονική επαρχία του Βόρειου Κατσάρ προκειμένου να βρουν ασφάλεια στα γύρω βουνά.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε χρόνων, περισσότεροι από 150.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους εξαιτίας της βίας. Χωρίς φαγητό, στέγη και άλλους πόρους οι εκτοπισμένοι πολύ συχνά δεν έχουν άλλη επιλογή απ' το να συνωστίζονται σε καταυλισμούς που έχουν στηθεί από τις τοπικές αρχές, όπου η γενική έλλειψη υποδομής έχει οδηγήσει στην εμφάνιση επιδημιών ιλαράς, διάρροιας και άλλων ασθενειών. Οι αρχές κρατούν εδώ και πάνω από 8 χρόνια χιλιάδες ανθρώπους σε αυτούς τους καταυλισμούς όπου επικρατούν άθλιες συνθήκες διαβίωσης.

Στο Γκοϊραμάρι, οι εκτοπισμένοι έφτασαν σε τέτοιο βαθμό απελπισίας που απείλησαν να ξεκινήσουν απεργία πείνας. Η αδιαφορία της κυβέρνησης, η τρομοκρατία από τις ένοπλες ομάδες και η μεγάλη φτώχια έχουν επίσης καταστρέψει το υπάρχον σύστημα υγείας της περιοχής. Η ελονοσία έχει εξαπλωθεί παντού ενώ πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη.

Οι ΓΧΣ υπολογίζουν ότι μέσα στο 2006 θα περιθάλψουν περισσότερους από 50.000 ασθενείς με ελονοσία στο Άσσαμ. Η άσχημη κατάσταση της δημόσιας υγείας αποδεικνύεται επίσης από την εξάπλωση του HIV/AIDS και τον ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό ατόμων που πάσχουν από φυματίωση στο Μανιπούρ. Παρόλο που υπάρχουν θεραπείες και για τις δύο ασθένειες, η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών που ζουν παγιδευμένοι στις εμπόλεμες ζώνες δεν μπορούν να λάβουν την απαραίτητη ιατρική περίθαλψη.  

Νότιο Σουδάν: Ο πόλεμος τέλειωσε, αναπάντητες μένουν οι ανάγκες

Image
© Tomas Van
Houtryve
Όταν η κυβέρνηση του Σουδάν και ο Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός (SPLA) του Νότιου Σουδάν υπέγραψαν την ειρηνευτική συμφωνία τον Ιανουάριο του 2005, ο πιο μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος της Αφρικής έφτασε επισήμως στο τέλος του. Ωστόσο η ελπίδα και το ενδιαφέρον των ΜΜΕ δεν κράτησαν για πολύ καιρό. Ένα χρόνο μετά, όσοι υπέφεραν από την 20αετή σύγκρουση δεν έχουν ακόμα δει καμία πραγματική βελτίωση στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες ζωής τους.

Οι συνεχείς ιατρικές κρίσεις, οι σποραδικές συγκρούσεις, που λαμβάνουν ανησυχητικές διαστάσεις στην περιοχή του Άνω Νείλου και στη Δυτική Εκουατόρια, και η πιθανή μαζική επιστροφή των κατοίκων σε περιοχές όπου δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη έχουν σαν αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να εξαρτώνται από την ανθρωπιστική βοήθεια για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η σχεδόν καθολική έλλειψη υποδομής σημαίνει ότι ακόμα και η βασική ιατρική περίθαλψη δεν είναι διαθέσιμη για την πλειοψηφία των κατοίκων, γεγονός που οδηγεί στην εξάπλωση ασθενειών που μπορούν να αντιμετωπιστούν με εμβολιασμούς όπως για παράδειγμα η ιλαρά, και άλλων θεραπεύσιμων ενδημικών ασθενειών όπως η ελονοσία και η φυματίωση. Πολλοί ασθενείς περπατούν για μέρες μέχρι το Άκουεμ, στο Μπαρ Ελ Γαζάλ, για να φτάσουν στο νοσοκομείο των ΓΧΣ, που είναι ένα από τα λίγα νοσοκομεία που λειτουργούν σε όλη την επαρχία. Οι ΓΧΣ επίσης παρέχουν ιατρική περίθαλψη για τη θεραπεία του Κάλα-Αζάρ στον Άνω Νείλο και στη Δυτική Εκουατόρια για την καταπολέμηση της ασθένειας του Ύπνου.

Καθώς 6 εκατομμύρια άνθρωποι βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη διανομή τροφίμων από ανθρωπιστικές οργανώσεις, δεν είναι καθόλου δύσκολο μια οικογένεια να υποκύψει στο σοβαρό υποσιτισμό.

Το 2005, οι λιγοστές βροχές σε συνδυασμό με την επιστροφή δεκάδων χιλιάδων εκτοπισμένων και προσφύγων από τις γειτονικές χώρες, επιδείνωσαν τη χρόνια επισιτιστική κρίση στην περιοχή. Καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, οι ΓΧΣ περιέθαλψαν χιλιάδες παιδιά που υπέφεραν από σοβαρό υποσιτισμό στον Άνω Νείλο, στο Τζονγκλέι και στο Μπαρ Ελ Γαζάλ, ενώ δεν υπάρχει πρόβλεψη για τις εκατοντάδες χιλιάδες των εκτοπισμένων που αναμένεται να επιστρέψουν στο Νότιο Σουδάν αυτό το χρόνο. Αυτό θα μπορούσε να επιδεινώσει ακόμα περισσότερο την άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κάτοικοι στην περιοχή αυτή όπου δεν υπάρχουν αρκετοί πόροι και η υποδομή είναι εντελώς κατεστραμμένη.   

Σομαλία: Οι κάτοικοι πλήττονται από τις συγκρούσεις και την εξαθλίωση

Image
© Espen Rasmussen
Από το 1991, η Σομαλία αποτελεί ένα κράτος χωρίς κεντρική κυβέρνηση. Τα 14 χρόνια πολέμου οδήγησαν στην κατάρρευση των δημόσιων ιατρικών υποδομών και στην απόλυτη έλλειψη υπηρεσιών ιατρικής περίθαλψης. Στις περισσότερες περιοχές της χώρας, οι κλινικές και τα νοσοκομεία έχουν λεηλατηθεί ή υποστεί σοβαρές ζημιές από τις ένοπλες ομάδες, ενώ ο ΟΗΕ εκτιμά ότι υπάρχουν μόνο 4 γιατροί και 18 νοσηλευτές ή μαίες ανά 100.000 ανθρώπους...

Μερικές φορές, οι άνθρωποι ταξιδεύουν 500 μίλια μόνο και μόνο για να φτάσουν σε ένα από τα εναπομείναντα Κέντρα Υγείας. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι καταστροφικό, με τον υποσιτισμό, τη μεγάλη φτώχια και την ξηρασία να αποτελούν μόνο μερικά από τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Σομαλοί. Η περσινή ξηρασία, που είναι μία από τις χειρότερες που έπληξαν τη χώρα τα τελευταία δώδεκα χρόνια, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ελλείψεις τροφίμων μέσα στους επόμενους έξι μήνες θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή σχεδόν 2 εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν στα νότια της χώρας.

Ωστόσο, είναι λίγες οι ανθρωπιστικές οργανώσεις που επιλέγουν να δραστηριοποιηθούν στη Σομαλία καθώς η βία είναι πολύ εκτεταμένη και η δομή των φυλών της χώρας πολύ περίπλοκη. Την ίδια στιγμή, καθώς δεν υπάρχει δημόσιο σύστημα υγείας, υπάρχει τεράστια ανάγκη για βοήθεια.

Οι ΓΧΣ παρεμβαίνουν στη χώρα από το 1986 παρέχοντας επείγουσα βοήθεια στις περιοχές που έχουν πληγεί περισσότερο στη νότια και κεντρική Σομαλία. Εκτός από την παροχή βασικής ιατρικής περίθαλψης, οι ομάδες των ΓΧΣ πραγματοποιούν χειρουργικές επεμβάσεις, περιθάλπουν ασθενείς με φυματίωση και Κάλα-Αζάρ και παρέχουν παιδιατρική περίθαλψη και επισιτιστική θεραπεία σε σοβαρά υποσιτισμένα παιδιά. Ωστόσο, η βοήθεια αυτή δεν επαρκεί για να καλύψει τις υπάρχουσες ανάγκες και, χιλιάδες Σομαλοί εξακολουθούν να πεθαίνουν στη σκιά αυτής της ξεχασμένης κρίσης. 

Κολομβία: Πολίτες παγιδευμένοι στη βία και το φόβο

Image
© MSF
Λίγα πράγματα βελτιώθηκαν το 2005 στη ζωή των κατοίκων της Κολομβίας που υποφέρουν από τον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος μαίνεται στη χώρα εδώ και σαράντα χρόνια. Για δεκαετίες, οι κυβερνητικές στρατιωτικές δυνάμεις, παραστρατιωτικές ομάδες και ένοπλοι αντάρτες συγκρούονται μεταξύ τους σε μια χώρα όπου κυριαρχούν οι έμποροι ναρκωτικών και η διαμάχη για τους φυσικούς πόρους της χώρας, τρομοκρατώντας τους αμάχους στις αστικές αλλά και τις αγροτικές περιοχές.

Η βία εξακολουθεί να αποτελεί τη βασικότερη αιτία θανάτου στη χώρα, ενώ περισσότεροι από 3 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους. Η Κολομβία σήμερα έχει τον τρίτο μεγαλύτερο αριθμό εσωτερικά εκτοπισμένων ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο, μετά το Σουδάν και τη Λ. Δ. Κονγκό, με πολλούς κατοίκους να αναζητούν την ασφάλεια μέσα στις αχανείς παραγκουπόλεις στα περίχωρα των μεγάλων πόλεων, όπου η φτώχια, οι ασθένειες και η βία είναι ανεξέλεγκτες. Μόνο μέσα στους πρώτους μήνες του 2005, πάνω από 62.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν από τα σπίτια τους, αριθμός που υποδηλώνει μια αύξηση του ύψους 10% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Πρόσφατα, οι ομάδες των ΓΧΣ στην Κόρδοβα και στο Νόρτε Ντε Σανταντέρ, παρείχαν επείγουσα βοήθεια στους ανθρώπους που είχαν πληγεί από τις επιθέσεις και τους συνεχείς εκτοπισμούς. Ένοπλες δυνάμεις από όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές χρησιμοποιούν τους εκτοπισμούς των αμάχων ως πολεμική στρατηγική, ενώ η συνεχιζόμενη βία κατά των αμάχων σε όλη τη χώρα, καθώς επίσης και οι εκτελέσεις και οι απαγωγές, προκαλούν πολλαπλούς εκτοπισμούς και οδηγούν σε ψυχολογικό άγχος. Παρόλο που οι εκτοπισμένοι έχουν δικαίωμα σε ιατρικά και κοινωνικά επιδόματα από την κυβέρνηση της Κολομβίας, ο φόβος και η έλλειψη πληροφόρησης έχουν σαν αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να μην καταγράφονται και επομένως να μην έχουν πρόσβαση στην περίθαλψη.

Σε μία προσπάθεια να μειώσουν κάπως τον πόνο αυτών των ανθρώπων, οι ΓΧΣ παρέχουν βασικές ιατρικές υπηρεσίες στο Κακέτα, το Τσοκό, την Κόρδοβα, το Σούκρε, το Μπολιβάρ, το Ναρίνιο, το Νόρτε Ντε Σανταντέρ, το Τολίμα, το Κουντιναμάρκα και στην Μπογκοτά και λειτουργούν Κινητές Ιατρικές Μονάδες για να έχουν περίθαλψη και οι κάτοικοι των πιο απομακρυσμένων περιοχών της χώρας.             

Βόρεια Ουγκάντα: Η ανασφάλεια επιδεινώνει την ήδη απελπιστική κατάσταση

Image
© Bruno Stevens
/COSMOS
Για περίπου 20 χρόνια, οι κάτοικοι της βόρειας Ουγκάντα υπέφεραν από τη βίαια σύγκρουση, τις επιθέσεις του Αντιστασιακού Στρατού του Κυρίου (LRA) και τους αναγκαστικούς εκτοπισμούς από την κυβέρνηση. Σήμερα, περισσότερο από 1,6 εκατομμύριο άνθρωποι, σχεδόν το 80% των κατοίκων του βόρειου μέρους της χώρας, έχουν εκτοπιστεί σε καταυλισμούς που δεν παρέχουν καμία ασφάλεια και σχεδόν καμία υποστήριξη.

Ενώ ο αριθμός των θανάτων εξαιτίας της βίας εξακολουθεί να αυξάνεται, πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν από θεραπεύσιμες ασθένειες όπως η ελονοσία, οι αναπνευστικές μολύνσεις και η διάρροια. Πολλοί από τους εκτοπισμένους κατοίκους στους καταυλισμούς στις πόλεις Γκούλου, Λίρα, Πάντερ, Κίτγκουμ, Απάκ και Κατάκουι μόλις που καταφέρνουν να επιβιώσουν μέσα σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, έχοντας να αντιμετωπίσουν χρόνιες ελλείψεις σε τρόφιμα και νερό. Καθώς οι οικογένειες αγωνίζονται να επιβιώσουν, το άγχος του πολέμου και του εκτοπισμού, η φτώχια και η εξάπλωση ασθενειών όπως το HIV/AIDS απειλούν επίσης να καταστρέψουν ολόκληρη την κοινωνική δομή της χώρας.

Οι βίαιες επιθέσεις ενάντια αμάχων και εργαζομένων σε ανθρωπιστικές οργανώσεις στις επαρχίες Κίτγκουμ και Πάντερ στα τέλη του 2005, το μόνο που κατάφεραν είναι να μεγαλώσουν τους φόβους των κατοίκων και να επιδεινώσουν την απελπιστική κατάσταση που αντιμετωπίζουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στη χώρα.

Ύστερα από τις δολοφονίες, το Νοέμβριο του 2005, οι ΓΧΣ ζήτησαν από όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές να σεβαστούν το δικαίωμα των αμάχων για ασφάλεια και ελευθερία κινήσεων, καθώς και την ανεξαρτησία και ασφάλεια των εθελοντών στις ανθρωπιστικές οργανώσεις. Οι ιατρικές ομάδες των ΓΧΣ συνέχισαν να παρέχουν επείγουσα ανθρωπιστική βοήθεια σε όλη τη βόρεια Ουγκάντα, αλλά προειδοποίησαν ότι αν συνεχιζόταν  η ανασφάλεια, η παροχή βοήθειας στους εκτοπισμένους πληθυσμούς θα μπορούσε να μειωθεί ακόμα περισσότερο.    

Ακτή Ελεφαντοστού: Η κρίση μεγαλώνει 

Image
©Carl De Keyzer
/Magnum Photos
Ο πόλεμος που ξεκίνησε στην Ακτή Ελεφαντοστού το 2002 προκάλεσε το θάνατο χιλιάδων αμάχων και ανάγκασε εκατοντάδες χιλιάδες απελπισμένους πολίτες να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Κατέστρεψε τα κοπάδια πολλών αγροτών, προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο σύστημα υγείας της χώρας και άφησε πολλούς από τους πιο ευάλωτους πολίτες της Ακτής Ελεφαντοστού χωρίς αρκετά τρόφιμα και βασική ιατρική περίθαλψη.

Η βία ξέσπασε ξανά το Νοέμβριο του 2004 και το Φεβρουάριο του 2005, προκαλώντας ακόμα πιο πολλά θύματα και εκτοπισμένους. Οι πολίτες βρίσκονται επίσης αντιμέτωποι με τη συνεχή απειλή της βίας κατά μήκος της περιοχής μήκους 1.200 μιλίων που φρουρείται από τον ΟΗΕ και τις γαλλικές δυνάμεις και χωρίζει τη χώρα στο βορρά και το νότο. Η πρόσφατη σύσταση μιας μεταβατικής κυβέρνησης δημιουργεί κάποιες ελπίδες, αλλά δεν παρέχει καμία άμεση ανακούφιση για τους δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που υποφέρουν από θεραπεύσιμες ασθένειες όπως η ελονοσία και η ιλαρά.

Το σύστημα υγείας δε λειτουργεί στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας και οι ΓΧΣ έχουν ιατρικά προγράμματα και στις δύο πλευρές του μετώπου, αποτελώντας σε πολλές περιπτώσεις το μοναδικό φορέα που παρέχει δωρεάν βασική ιατρική περίθαλψη.

Στα νοσοκομεία στο Μπουακές, στο Μαν και στο Ντανανέ και στα Κέντρα Υγείας και τις κινητές μονάδες στο Μπανγκολό, το Κουίμπλυ, το Γκουίγκλο και το Μπιν Χουίν οι ΓΧΣ παρέχουν βασική ιατρική φροντίδα όπως για παράδειγμα παιδιατρικές υπηρεσίες, επείγουσα ιατρική περίθαλψη, γυναικολογική φροντίδα και χειρουργικές επεμβάσεις. Κινητές μονάδες στα δυτικά παρέχουν φροντίδα σε όσους μένουν σε πιο απομακρυσμένες περιοχές.

Η ελονοσία αποτελεί τεράστια απειλή σε όλη τη χώρα. Οι ΓΧΣ περιέθαλψαν περισσότερους από 70.000 ασθενείς με ελονοσία στη διάρκεια του 2005. Λόγω των οικογενειών που έχουν χωριστεί και της συρροής στρατιωτών, πολλές γυναίκες και νεαρά κορίτσια είναι ευάλωτες στη σεξουαλική βία, την πορνεία, τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και τις σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις. Οι ομάδες των ΓΧΣ στη δυτική Ακτή του Ελεφαντοστού βρέθηκαν αντιμέτωπες με υψηλά ποσοστά σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων, που αποτελούν μόνο ένα από τα πολλά ιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι στην Ακτή Ελεφαντοστού, και σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές ξεκίνησαν να περιθάλπουν ασθενείς με HIV/AIDS και φυματίωση.     

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Πάνω
nobel prize 1999  
Γιατροί Χωρίς Σύνορα - Ελληνικό Τμήμα, Ξενίας 15, 115 27 Αθήνα,
Τηλ.: +30 210 5200500, Fax.: +30 210 5200503